∆ημοτικοί αστικοί λαχανόκηποι και βιώσιμη πόλη: τοποθετώντας το αγρο- διατροφικό σύστημα στην αστική ατζέντα
Ανθοπούλου Θεοδοσία
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Νικολαΐδου Σοφία
∆ρ. Πολεοδομίας - Χωροταξίας

Περίληψη
Η αστική γεωργία, με μακρά ιστορία και γνώριμη δραστηριότητα στον δυτικό κόσμο
της «παλιάς εκβιομηχάνισης και αστικοποίησης», ανακαλύπτεται μόλις πρόσφατα
στην Ελλάδα υπό τη μορφή κυρίως δημοτικών αστικών λαχανόκηπων. Η πρόσφατη
οικονομική κρίση, η εντεινόμενη ύφεση της οικονομίας και οι περικοπές στις
κοινωνικές παροχές που δημιουργούν ανησυχητικά φαινόμενα φτωχοποίησης των
νοικοκυριών, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, οδήγησαν αρκετούς ∆ήμους της χώρας
στην ανάληψη τέτοιων πρωτοβουλιών. Στις πολιτικές τους προβάλλονται η
ανακούφιση των δημοτών μέσω της ιδίας παραγωγής τροφίμων και η κοινωνική
ένταξη ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού (άνεργοι, συνταξιούχοι, μονογονεϊκές
οικογένειες, κ.ά.), χωρίς να υποστέλλονται βέβαια οι στόχοι του εξωραϊσμού και της
περιβαλλοντικής διαχείρισης.
Η εισήγηση αυτή αποσκοπεί στη διερεύνηση της θέσης και του ρόλου της αστικής
γεωργίας στο σχεδιασμό βιώσιμων πόλεων, μέσα από τον επαναπροσδιορισμό των
σχέσεων πόλης- υπαίθρου. Αναγνωρίζοντας τον πολυλειτουργικό ρόλο της γεωργίας
(δηλ. ότι πέρα από την παραγωγή τροφίμων συμβάλλει επίσης και στην παραγωγή
δημόσιων αγαθών, όπως τοπιακή ποικιλότητα, διατήρηση ανοικτών χώρων και
αναψυχή, δημόσια υγεία, κ.ά.), τοποθετούμε τη γεωργία στην αστική ατζέντα, στο
πλαίσιο μιας αγροτο-αστικής προσέγγισης του σχεδιασμού βιώσιμων πόλεων. Ο
αυξανόμενος αριθμός δημοτικών αγροκηπίων που παρατηρείται πρόσφατα στην
Ελλάδα επιβεβαιώνει τη δυναμική του κοινωνικού αιτήματος για (επαν)οικειοποίηση
του δημόσιου χώρου και την ανάγκη επανασύνδεσης με τη φύση, τη γεωργική γη και
τις αγροτικές αξίες μέσω της ιδίας παραγωγής φρέσκων κηπευτικών. Επιπλέον,
όμως, θέτει το ζήτημα της διάρκειας των εγχειρημάτων αυτών, δεδομένων των πολλαπλών προβλημάτων σχετικά με συγκρούσεις χρήσεων γης, πολεοδομικές και
ιδιοκτησιακές εμπλοκές, πολυνομία και γραφειοκρατικές χρονοβόρες διαδικασίες κοκ.
Τα ζητήματα αυτά θα διερευνηθούν στη βάση των αποτελεσμάτων έρευνας που
πραγματοποιήθηκε σε δύο δημοτικούς αστικούς λαχανόκηπους στη βόρεια Ελλάδα.
Λέξεις - κλειδιά:
Αστική γεωργία, δημοτικοί λαχανόκηποι, οικονομική κρίση, αγρο-διατροφικό
σύστημα, πολυλειτουργική γεωργία, βιώσιμος αστικός σχεδιασμός.

1. Εισαγωγή
Η αστική γεωργία αναπτύσσεται γοργά παγκοσμίως ως ένα κίνημα επανάκτησης της
χαμένης σχέσης της νεωτερικής κοινωνίας με τη φύση και τη γη, μέσω της
παραγωγής τοπικών τροφίμων από αστούς καλλιεργητές. Για μεγάλη περίοδο
εξοστρακισμένη από τα όρια του αστικού ιστού, η γεωργία επιστρέφει πρόσφατα
στην ατζέντα της πολιτικής, στο πλαίσιο της έννοιας της βιώσιμης πόλης, ως ένας
«φυσικός χώρος που αναζητά μια βιώσιμη προοπτική» (McClintock, 2010). Η αστική
γεωργία, σε όλες της τις εκφάνσεις διεθνώς, τόσο στον αναπτυγμένο όσο και στον
αναπτυσσόμενο κόσμο, εκπληρώνει σημαντικές λειτουργίες του αποκαλούμενου
«αστικού μεταβολισμού», αλληλεπιδρώντας με το αστικό οικοσύστημα και
συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη βιώσιμη διαχείριση των ενεργειακών και
υλικών πόρων και ροών στην πόλη και στην ισορροπία μεταξύ δομημένου και
φυσικού περιβάλλοντος (SUME, 2008-2011). Η εκ νέου χρήση εγκαταλελειμμένων ή
αχρησιμοποίητων δημόσιων και κοινοτικών χώρων (ΕPA, 2011 · Bohn and Viljoen,
2005) μέσω πρωτοβουλιών αστικής γεωργίας (στοχοθετημένες δράσεις
αυτοδιοικητικών φορέων είτε κινηματικές πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών),
απαντά στις περιβαλλοντικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις και πιέσεις που
δέχονται τα σύγχρονα αστικά κέντρα, ως πηγή οικοσυστημικών λειτουργιών, τροφής
και απασχόλησης, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης. Κοινοτικοί λαχανόκηποι και
δημοτικοί βιοαγροί, ταρατσόκηποι και καλλιεργημένοι ακάλυπτοι χώροι, περιβόλια σε
ιδιωτικές αυλές και αυτοδιαχειριζόμενοι αγροί σε κατειλημμένους ανεκμετάλλευτους
δημόσιους χώρους παίρνουν τη θέση τους σε πυκνοδομημένους αστικούς ιστούς
από τη Νέα Υόρκη, το Παρίσι και το Βερολίνο έως το Πεκίνο, την Άκκρα στην Γκάνα και τη Μαρ ντελ Πλάτα στην Αργεντινή, υπενθυμίζοντας τις διατροφικές, επισιτιστικές,
περιβαλλοντικές και πολλές άλλες λειτουργίες και υπηρεσίες που προσφέρει η αστική
γεωργία στις σύγχρονες κοινωνίες (Halweil και Nierenberg, 2007 · Goldstein et al.,
2011 · Aubry et al. 2012).
Στην Ελλάδα, η αστική γεωργία ανακαλύπτεται πολύ όψιμα, υπό τη μορφή κυρίως
δημοτικών λαχανόκηπων. Η πρόσφατη οικονομική κρίση και τα φαινόμενα
κοινωνικής και οικονομικής αποστέρησης των νοικοκυριών, που βιώνονται
δραματικότερα στον αστικό χώρο, οδήγησαν αρκετούς ∆ήμους της χώρας στην
ανάληψη τέτοιων πρωτοβουλιών. Στις πολιτικές τους προβάλλονται η ανακούφιση
των δημοτών μέσω της ιδίας παραγωγής τροφίμων και η κοινωνική ένταξη ευάλωτων
ομάδων του πληθυσμού (άνεργοι, συνταξιούχοι, μονογονεϊκές οικογένειες, κ.ά.),
χωρίς να υποστέλλονται βέβαια οι στόχοι του εξωραϊσμού και της περιβαλλοντικής
διαχείρισης. Παράλληλα, δεν λείπουν αξιόλογα κινήματα πολιτών που
ενεργοποιούνται βασισμένα στις αρχές της συλλογικότητας και της αυτοδιαχείρισης,
οργανώνοντας λαχανόκηπους σε κοινόχρηστους/δημόσιους και αναξιοποίητους
ανοικτούς χώρους διεκδικώντας την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου (βλ.
αυτοδιαχειριζόμενος αγρός Ελληνικού, ομάδα αστικών και περιαστικών καλλιεργειών
ΠΕΡ.ΚΑ.
1 και ΠΕΡΚΑΝΘΕΣ στη Θεσσαλονίκη), ενώ υπάρχουν και αρκετές
περιπτώσεις ομάδων πολιτών που μισθώνουν γεωργική γη για ιδιοπαραγωγή, στο
πλαίσιο λειτουργίας συλλογικών λαχανόκηπων.
Η εισήγηση αυτή αποσκοπεί στη διερεύνηση της θέσης και του ρόλου της αστικής
γεωργίας στον σχεδιασμό βιώσιμων πόλεων, μέσω μια ανανεωμένης προσέγγισης
των σχέσεων πόλης – υπαίθρου. Αναγνωρίζοντας τον πολυλειτουργικό ρόλο της
γεωργίας (παραγωγή δημόσιων αγαθών, πέρα από την παραγωγή τροφίμων αυτήν
καθεαυτή) τοποθετούμε τη γεωργία στην αστική ατζέντα, στο πλαίσιο μιας αγροτο-
αστικής προσέγγισης της βιωσιμότητας στον αστικό σχεδιασμό (OECD, 2001). Ο
αυξανόμενος αριθμός δημοτικών αγροκηπίων που παρατηρείται πρόσφατα στην
Ελλάδα επιβεβαιώνει τη δυναμική του κοινωνικού αιτήματος για επανασύνδεση με τη
γεωργική γη, αναδεικνύοντας περισσότερο από ποτέ τη διατροφική λειτουργία και
αξία των αστικών λαχανόκηπων (Pourias et al., 2013), υπό το πρίσμα της
οικονομικής κρίσης, αλλά και της γενικότερης κρίσης του μοντέλου κατανάλωσης.
Θέτει, όμως, τον προβληματισμό σχετικά με τη διάρκεια των εγχειρημάτων αυτών,
δεδομένων των πολλαπλών προβλημάτων που προκύπτουν αναφορικά με ζητήματα
σχεδιασμού, οργάνωσης και υλοποίησής τους. Τα ζητήματα αυτά θα διερευνηθούν
στη βάση των αποτελεσμάτων έρευνας που πραγματοποιήθηκε σε δύο δημοτικούς
αστικούς λαχανόκηπους στη βόρεια Ελλάδα, με στόχο τη διερεύνηση των όψεων,
δυναμικών και λειτουργιών της αστικής γεωργίας και του ρόλου που μπορεί να
διαδραματίσει στην κατεύθυνση των πολιτικών κοινωνικής ένταξης και αστικού
σχεδιασμού στην Ελλάδα (Πάντειο Παν/μιο, 2012) .
Στον παρακάτω πίνακα συνοψίζονται τα κρίσιμα θέματα που προέκυψαν από την
ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων της επιτόπιας έρευνας, μέσα από την
καταγραφή των ισχυρών και αδύνατων σημείων, των ευκαιριών και των απειλών που
διαφαίνονται, αναδεικνύοντας τα προβλήματα και τις προοπτικές των δύο
εξεταζόμενων εγχειρημάτων αστικής γεωργίας (SWOT Ανάλυση).
Η Αστική Γεωργία, μια εναλλακτική στρατηγική για την αντιμετώπιση της
οικονομικής κρίσης ή μια μακροπρόθεσμη στρατηγική βιώσιμης αστικής
ανάπτυξης; Συζήτηση – μελλοντικές προοπτικές
Ο πολλαπλασιασμός των πρωτοβουλιών αστικής γεωργίας στην Ελλάδα, κατά τα
τελευταία δύο χρόνια, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα «προσωρινό» φαινόμενο χωρίς
μακροπρόθεσμη προοπτική, που άνθισε στο πλαίσιο της ανάγκης αντιμετώπισης της
δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Η τάση που διαφαίνεται είναι ότι, μέχρι στιγμής, η
αστική γεωργία χρησιμοποιείται από την Τοπική Αυτοδιοίκηση περισσότερο ως ένα
βραχυπρόθεσμο μέσο ανακούφισης, προκειμένου να ξεπεραστούν μερικές από τις
επιπτώσεις των οικονομικών δυσχερειών σε τοπικό επίπεδο, παρά ως ένα εργαλείο
που θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να συμβάλλει θετικά στη διαμόρφωση βιώσιμης
αστικής ανάπτυξης και την αναβάθμισης της ποιότητας ζωής. Συνεπώς, οι
πρωτοβουλίες αστικής γεωργίας εντάσσονται στο πλαίσιο της κοινωνικής μέριμνας
των ∆ήμων, με σκοπό την κάλυψη βιοποριστικών αναγκών για φρούτα και λαχανικά,
δίνοντας προτεραιότητα σε δημότες χαμηλού εισοδήματος και ευαίσθητες κοινωνικές
ομάδες πληθυσμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, η διασφάλιση της βιωσιμότητας και της περαιτέρω ανάπτυξης της
αστικής γεωργίας ως νέας πρακτικής καλλιέργειας στις πόλεις και η αποτελεσματική
ενσωμάτωσή της στην αστική ανάπτυξη στην Ελλάδα, προϋποθέτει:
- Ενεργοποίηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της κοινωνίας σε ζητήματα
οικονομικής και κοινωνικής αλληλεγγύης, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η
συμβολή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική,
θέτοντας ένα μακρόπνοο όραμα με επίκεντρο την πολιτική ενθάρρυνσης και
θέσπισης της αστικής γεωργίας και στόχο την ενδυνάμωση της κοινωνικής
αλληλεπίδρασης και της τοπικής παραγωγής τροφίμων. ∆εν μπορεί, ωστόσο,
να θεωρηθεί ότι υπάρχει μια ακριβής φόρμουλα για την επιτυχή υλοποίηση των
πρωτοβουλιών αστικής γεωργίας, έτσι, οι προσεγγίσεις μπορούν να είναι
μοναδικές για κάθε περίπτωση πόλης, ανάλογα με τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Οι
πολιτικές απαντήσεις από τους τοπικούς φορείς χάραξης πολιτικής
προϋποθέτουν την αποτελεσματικότερη ενσωμάτωση των γεωργικών
δραστηριοτήτων στην αστική ανάπτυξη, με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η
συμβολή τους στην επίτευξη της κοινωνικής, οικονομικής και περιβαλλοντικής
13
βιωσιμότητας συντελώντας: α) στη μείωση κινδύνων κοινωνικής και οικονομικής
αποστέρησης, μέσα από τη δυνατότητα πρόσβασης των φτωχών
εισοδηματικών στρωμάτων και άλλων ευπαθών κοινωνικών ομάδων π.χ.
άνεργοι, συνταξιούχοι, μονογονεϊκές οικογένειες, μειονότητες, γυναίκες, ψυχικά
ασθενείς, εθισμένοι σε ουσίες κ.α., β) στην ενίσχυση της κοινωνικής οικονομίας,
μέσα από τη διάθεση στο Κοινωνικό Παντοπωλείο μέρους της παραγωγής, γ)
στην ενίσχυση της δημιουργικής απασχόλησης, δ) στο αίσθημα αλληλεγγύης
και εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και στην ανάπτυξη συλλογικοτήτων,
μέσα από τη δραστηριοποίηση σε επίπεδο κοινότητας.
- Επανεξέταση της πολιτικής τροφίμων (ποιότητα-επανατοπικοποίηση):
αγροτοαστικός σχεδιασμός και καταπολέμηση της φτώχειας. Η αύξηση και
ενίσχυση της αστικής παραγωγής τροφίμων έχει ενσωματωθεί ως κρίσιμη
παράμετρος σχεδιασμού και αστικής ανάπτυξης σε πολλές χώρες διεθνώς,
μέσα από τη θέσπιση πολιτικών στήριξης τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό
επίπεδο. Τα κρίσιμα θέματα που εξετάζονται είναι η ενίσχυση της ασφάλειας και
υγιεινής των τροφίμων μέσα από οικολογικές πρακτικές εκμετάλλευσης
(βιολογικές καλλιέργειες, κομπόστ), η διερεύνηση της εδαφολογικής
καταλληλότητας της αστικής γης (ώστε να αποφεύγεται η μόλυνση των
καλλιεργειών από το έδαφος, το νερό και την ατμοσφαιρική ρύπανση), η
ενίσχυση των τοπικών ποικιλιών και του τοπικού παραγωγικού συστήματος
μικρής κλίμακας (π.χ. αγορές αγροτικών προϊόντων «χωρίς μεσάζοντες»), η
διευκόλυνση των συνεργατικών δικτύων παραγωγών-καταναλωτών και
συλλογικών δράσεων που σχετίζονται με ποιοτικά προϊόντα (π.χ. δίκτυα
Κοινοτικά Υποστηριζόμενης Γεωργίας).
- Ενσωμάτωση της αστικής γεωργίας στον χωροταξικό σχεδιασμό μικρής
κλίμακας, ως σημαντικής περιβαλλοντικής συνιστώσας: ‘πρασίνισμα’
πόλεων και οικολογικές πρακτικές. Αναπτύσσοντας «κουλτούρα πρασίνου»
στα αστικά και περιαστικά περιβάλλοντα, δίνεται η δυνατότητα δημιουργικής
αξιοποίησης των ανεκμετάλλευτων και εγκαταλελειμμένων ελεύθερων χώρων
που μπορούν να αντιτεθούν, ως ασπίδα, στην καθολική οικοπεδοποίηση των
αστικών κενών και στην υπέρμετρη αστική εξάπλωση. Ταυτόχρονα, οικολογικά
προσανατολισμένα σε μη επιζήμιες γεωργικές πρακτικές (ορθολογική χρήση νερού, βιολογικές μέθοδοι, παρασκευή και χρήση φυτικών κομπόστ), τα αστικά
αγροκτήματα μπορούν να συνεισφέρουν δραστικά στην προστασία και
αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος. Η ενσωμάτωση της αστικής γεωργίας
στον τοπικό χωροταξικό σχεδιασμό διευκολύνεται στο πλαίσιο αναγνώρισης της
πολυλειτουργικότητας και της αναζωογόνησης των περιβαλλοντικά
υποβαθμισμένων ή ανεκμετάλλευτων αστικών περιοχών. Με δεδομένη την
έλλειψη ελεύθερων χώρων και ‘πνευμόνων’ πρασίνου στον αστικό ιστό, καθώς
και τα προβλήματα περιβαλλοντικής υποβάθμισης των πόλεων, οι
πρωτοβουλίες αστικής γεωργίας καλούνται να διαδραματίσουν έναν σημαντικό
ρόλο στη βιώσιμη αστική ανάπτυξη, προσφέροντας μακροπρόθεσμα οφέλη.
- Βελτίωση της πρόσβασης στη γη. Η διευκόλυνση της πρόσβασης σε
διαθέσιμη γη συνιστά έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες
ενθάρρυνσης της αστικής γεωργίας, καθώς αποτελεί σημαντικό κίνητρο για την
εκκίνηση των πρωτοβουλιών και τη συμμετοχή των πολιτών. Η περιορισμένη
διαθεσιμότητα καλλιεργήσιμης γης και ανοικτών χώρων σε αστικές περιοχές, η
υψηλή αξία αστικής/περιαστικής γης και οι συγκρούσεις διαφορετικών
συμφερόντων (κερδοσκοπία στην αγορά γης) αποτελούν μερικές από τις
δυσκολίες που συναντώνται κατά τις φάσεις σχεδιασμού και υλοποίησης
εγχειρημάτων αστικής γεωργίας. Οι παραχωρήσεις δημόσιων/δημοτικών
εκτάσεων σε κατοίκους πόλεων για την καλλιέργεια οπωροκηπευτικών,
αποκλείοντας οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί του αγροτεμαχίου,
μπορεί να ειδωθεί ως μια προσωρινή μεν, αλλά εναλλακτική και ιδιότυπη
«επίλυση» των ιδιοκτησιακών περιορισμών. Έτσι, ακόμα και χωρίς μίσθωση, ο
∆ήμος μπορεί να εξασφαλίζει, έστω και προσωρινά, μια δυναμική και
παραγωγική «κατοχή» της αστικής γης που να προορίζεται για αστική γεωργία.
Αν και οι παραχωρήσεις έχουν το μειονέκτημα του βραχυπρόθεσμου
χαρακτήρα συμβάσεων για τον κάθε έναν δικαιούχο ξεχωριστά, ωστόσο,
προτάσσουν μακροπρόθεσμα το συλλογικό συμφέρον, καθώς είναι δυνατόν να
διασφαλίζουν νησίδες ελεύθερων ανοιχτών χώρων πρασίνου στην πόλη. Αυτό
επιτυγχάνεται μέσα από τη διατήρηση μικρού μεσαίου μεγέθους
εκμεταλλεύσεων, την περιβαλλοντική αναβάθμιση -υπό προϋποθέσεις- των
πόλεων και την προάσπιση της υγείας των κατοίκων (βιολογικά τρόφιμα,
διατροφική ασφάλεια).
- Καταγραφή των δημοτικών ανεκμετάλλευτων εκτάσεων που δύνανται να
καλλιεργηθούν. Η συχνή απουσία συστηματικής καταγραφής της δημοτικής
περιουσίας των Ο.Τ.Α. σε συνδυασμό με το πολύπλοκο ιδιοκτησιακό καθεστώς
και την έλλειψη Κτηματολογίου, καθιστούν αδύνατο τον σχεδιασμό της
αξιοποίησής της με βάση τις ανάγκες του ∆ήμου. Η χωρική καταγραφή των
δημοτικών ανεκμετάλλευτων εκτάσεων που δύνανται να καλλιεργηθούν
αποτελεί το απαραίτητο υπόβαθρο για τη διαφύλαξη, την αποτελεσματική
διαχείριση και αξιοποίηση των διαθέσιμων γεωργικών εκτάσεων των δήμων. Η
συγκρότηση, κατά μία έννοια, μίας συνολικής «Τράπεζας ∆ημοτικής Γης» θα
δίνει τη δυνατότητα έγκαιρων παρεμβάσεων, τόσο εντός του αστικού ιστού όσο
και σε περιαστικές περιοχές, που αποτελούν το κατεξοχήν πεδίο αστικών
πιέσεων, κοινωνικο-οικονομικών μετασχηματισμών και αλλαγών των χρήσεων
γης εις βάρος της αγροτικής δραστηριότητας. Έτσι, οι Οργανισμοί Τοπικής
Αυτοδιοίκησης θα έχουν τη δυνατότητα να αξιοποιήσουν άμεσα και με τον
καλύτερο τρόπο τις παραγωγικές γεωργικές εκτάσεις που έχουν στην κυριότητά
τους, για την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής τους.
- Συμπλήρωση και εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου σε εθνικό και
τοπικό επίπεδο. Με τα σημερινά δεδομένα, η αστική γεωργία δεν είναι θεσμικά
κατοχυρωμένη ως ειδική χρήση, καθώς δεν έχει περιληφθεί στον αστικό
σχεδιασμό των πόλεων ούτε σε υφιστάμενες πολιτικές για τη διαφύλαξη
αστικών πράσινων/ανοιχτών χώρων. Όσον αφορά στις γεωργικές χρήσεις, οι
μέχρι τώρα ρητές απαγορεύσεις της γεωργικής χρήσης σε περιοχές κατοικίας ή
η προστασία της γεωργικής γης μέσα από τη ζωνοποίηση γης δεν έχουν
αποτρέψει την αλλαγή ή μη τήρηση του περιεχομένου της χρήσης που
προβλέπεται νομικά μέσω αρνητικού ελέγχου χρήσεων. Εξάλλου, με βάση την
ελληνική εμπειρία, εμφανίζεται συχνά διάσταση ανάμεσα στη θεωρία, την
προωθούμενη νομοθεσία και τις διατάξεις εφαρμογής, η οποία εκφράζεται ως
αδυναμία εφαρμογής του ρυθμιστικού πλαισίου. Είναι αναρίθμητες οι
περιπτώσεις στις οποίες η θεσμική κατοχύρωση μιας χρήσης γης δεν
αποτέλεσε και τον απαρέγκλιτο κανόνα για τη ρύθμιση του περιεχομένου της,
λόγω ανεπάρκειας του μηχανισμού ελέγχου, πολυνομίας και αλληλοεπικάλυψης
των θεσμικών πλαισίων και επιπέδων σχεδιασμού ή των αποσπασματικών
ρυθμίσεων. Ωστόσο, φαίνεται ότι, σε περίοδο οικονομικής ύφεσης, το κυρίαρχο κλίμα της συρρίκνωσης του ιδιωτικού επενδυτικού ενδιαφέροντος, της
οικοδομικής δραστηριότητας και του real estate, ευνοεί τις πρωτοβουλίες
αστικής γεωργίας. Έτσι, η Τοπική Αυτοδιοίκηση υπερβαίνει ορισμένα από τα
υπάρχοντα θεσμικά εμπόδια και τις νομικές ανεπάρκειες, παραχωρώντας
δημοτικές εκτάσεις σε μεμονωμένους δημότες, ως εναλλακτική λύση για μια
σειρά προβλημάτων κοινωνικο-οικονομικής, κυρίως, φύσεως.
Καταλήγοντας, η σταδιακή αναγνώριση των νέων πολλαπλών λειτουργιών που
επιτελεί η γεωργία και της συμβολής της στην ισόρροπη οικονομική, κοινωνική και
περιβαλλοντική ανάπτυξη των αστικών περιοχών, έχει οδηγήσει, διεθνώς, σε νέες
πολιτικές στήριξης και ενσωμάτωσής της στον αστικό σχεδιασμό. Η χάραξη
πολιτικών αστικής γεωργίας προϋποθέτει τη συμπλήρωση και τον εκσυγχρονισμό
του θεσμικού πλαισίου σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Καθώς, όμως, το πλαίσιο των
πολιτικών μεταβάλλεται διαρκώς, η υιοθέτηση της αστικής γεωργίας ως νέου
παραδείγματος βιώσιμης ανάπτυξης του αστικού χώρου, πέρα από τη θεσμική
κατοχύρωσή της, προϋποθέτει τη δημιουργία νέων δομών στην Τοπική
Αυτοδιοίκηση που θα συμβάλλουν στην ενίσχυση της βιωσιμότητάς της και θα
ανταποκρίνονται στις αντίστοιχες κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και στις τοπικές
ιδιαιτερότητες. Υπό αυτό το πρίσμα, η αστική γεωργία μπορεί να χρησιμοποιηθεί
ως εναλλακτικό εργαλείο ρύθμισης κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραμέτρων
του σχεδιασμού. Αναδεικνύοντας τη σημασία της ως πηγή μη-εμπορευματικών
εκροών, μέσα από την παροχή ασφαλών και ποιοτικών τροφίμων και δημόσιων
αγαθών, είναι δυνατόν να συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση της κοινωνικής
συνοχής, του τοπίου και του φυσικού περιβάλλοντος στον σύγχρονο αστικό ιστό
των πόλεων, εξομαλύνοντας τις δυσμενείς οικονομικές, κοινωνικές και
περιβαλλοντικές συνθήκες διαβίωσης, ειδικά σε περίοδο οικονομικής κρίσης.